
Ο καθηγητής Αναλυτικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ν. Θωμαΐδης διαβεβαίωσε πως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τα αυγά.
Συγκεκριμένα μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα, ο καθηγητής Ν. Θωμαΐδης διαβεβαίωσε ότι δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας για τους καταναλωτές αναφορικά με τα χημικά που ανιχνεύτηκαν πρόσφατα σε αυγά.
Αποτελέσματα της έρευνας
Όπως ανέφερε, η έρευνα που εκπόνησαν το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο βασίστηκε σε τυχαία δείγματα από οικόσιτα κοτέτσια σε διάφορες περιοχές της χώρας και κατέγραψε υπερβάσεις των νομοθετικών ορίων για υπερφθοριωμένες ενώσεις σε οκτώ από τα δεκαεπτά δείγματα.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη μελέτη εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο εξετάζει την παρουσία χημικών ουσιών στο περιβάλλον και επιδιώκει να συμβάλει στη λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας.
Η διάδοση των ουσιών
Ο κ. Ν. Θωμαΐδης παραδέχτηκε ότι το ποσοστό υπερβάσεων ήταν υψηλότερο από το αναμενόμενο, τονίζοντας ότι οι συγκεκριμένες ουσίες, όπως η PFOS, είναι ήδη διαδεδομένες παγκοσμίως και ανιχνεύονται ακόμη και στον ανθρώπινο οργανισμό.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η συσχέτιση αυτών των ενώσεων με σοβαρές ασθένειες παραμένει υπό διερεύνηση, καθώς τα μέχρι στιγμής δεδομένα είναι αποσπασματικά. Επισήμανε, πάντως, ότι έχουν καταγραφεί ενδείξεις σύνδεσής τους με ενδοκρινικές διαταραχές, προβλήματα γονιμότητας και παχυσαρκία.
Ασφάλεια για τον καταναλωτή
Απαντώντας σε ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια των αυγών που κυκλοφορούν στο εμπόριο, ο καθηγητής εξήγησε ότι οι ουσίες αυτές δεν εντοπίζονται αποκλειστικά στα αυγά, αλλά μπορεί να υπάρχουν και σε άλλα τρόφιμα. Τόνισε, ωστόσο, πως τα προϊόντα που διατίθενται σε πιστοποιημένα σημεία πώλησης υπόκεινται σε δειγματοληπτικούς ελέγχους και δεν συντρέχει ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας για τους καταναλωτές.
Η μεγάλη εικόνα
Υπενθύμισε, τέλος, ότι οι υπερφθοριωμένες ενώσεις χρησιμοποιούνται ήδη από τη δεκαετία του 1940 σε πλήθος προϊόντων, όπως τα αντικολλητικά σκεύη, τα αντιδιαβρωτικά και οι επιβραδυντές φλόγας, με αποτέλεσμα να έχουν καταλήξει στο περιβάλλον και να παραμένουν αδιάσπαστες.
Όπως υπογράμμισε, οι επιστημονικές μελέτες συνεχίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου να χαρτογραφηθεί η έκτασή τους και να καθοριστούν τα απαραίτητα μέτρα.












