
Οι ασυμπτωματικοί φορείς του κορονοϊού είναι μία από τις πιο βασικές παραμέτρους της πανδημίας. Οι περισσότεροι επιστήμονες διεθνώς υποστηρίζουν ότι ένα 30-40% των ενηλίκων δεν παρουσιάζουν καθόλου συμπτώματα κατά τη διάρκεια του τεστ, ακόμη και αν έχουν κολλήσει. Στα παιδιά το ποσοστό αυτό είναι ακόμη υψηλότερο. Φτάνει το 50% στα παιδιά γυμνασίου και λυκείου ενώ στα μικρότερα φτάνει ακόμη και το 70%.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό φορέων δηλαδή, μέσα στην κοινότητα. Αυτό που ακόμη δεν είναι γνωστό, είναι το ιικό φορτίο που μεταδίδουν οι ασυμπτωματικοί φορείς. Αυτός ο άγνωστος Χ ουσιαστικά θα καθορίσει πόσοι θα νοσήσουν το επόμενο διάστημα.
Δυστυχώς αυτό ακόμη παραμένει ακόμη άγνωστο αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι οι ασυμπωματικοί φορείς έχουν χαμηλότερο ιικό φορτίο κι άρα μεταδίδουν λιγότερο.
Η τάση αυτή δε, δείχνει να είναι άμεσα εξαρτημένη από την ηλικία. Όσο μικρότερο είναι το παιδί, τόσο μικρότερο το ιικό φορτίο. Αρά λιγότερα συμπτώματα και μικρότερη μετάδοση.
Όμως δυστυχώς η πιθανότητα αυτή δεν είναι ακόμη επιστημονικά τεκμηριωμένη με αποτέλεσμα το άνοιγμα των σχολείων να αποτελεί μία σοβαρή πρόκληση. Μία λύση θα ήταν τα συστηματικά rapid tests στους μαθητές. Δεν είναι μεν εξίσου αξιόπιστα με τα μοριακά, αλλά δίνουν μία ένδειξη μέσα σε λίγα λεπτά.
Αν λοιπόν συνυπολογίσει κανείς ότι τα παιδιά είναι σε μεγάλο βαθμό ασυμπτωματικά και τα rapid tests δεν είναι απόλυτα αξιόπιστα, το άνοιγμα των σχολείων μπορεί εν δυνάμει να αποτελέσει παράγοντα σημαντικής διασποράς στην κοινότητα.
Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από τον Guardian












