
Νέα μελέτη υποστηρίζει πως τα παιδιά που ακολουθούν τη vegan διατροφή είναι κατά μέσο όρο 3 εκ. κοντύτερα, είχαν κατά 4-6% χαμηλότερο οστικό περιεχόμενο και πάνω από τριπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάζουν έλλειψη στη βιταμίνη Β12 σε σχέση με τα παιδιά που έτρωγαν τα πάντα.
Σύμφωνα με μια νέα μελέτη που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Ινστιτούτου Παιδικής Υγείας Great Ormond Street του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Λονδίνου, τα παιδιά ηλικίας πέντε έως 10 ετών που ακολουθούσαν φυτικές διατροφές ήταν κατά μέσο όρο τρία εκατοστά κοντύτερα από εκείνα που κατανάλωναν κρέας. Επιπλέον, τα οστά τους ήταν μικρότερα και λιγότερο δυνατά, γι’αυτό και διέτρεχαν κίνδυνο καταγμάτων και οστεοπόρωσης αργότερα στη ζωή.
Η μελέτη επισημαίνει ότι οι γονείς θα πρέπει να γνωρίζουν τους κινδύνους των χορτοφαγικών διατροφών και ότι τα παιδιά που ακολουθούν τέτοιου είδους διατροφές θα πρέπει να λαμβάνουν συμπληρώματα βιταμίνης Β12 και D για να μειώσουν τις πιθανώς μακροχρόνιες συνέπειες που έχει για την υγεία η φυτική διατροφή κατά την ανάπτυξη.
Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Jonathan Wells καθηγητής στο UCL, αναφέρει χαρακτηριστικά πως είναι γνωστό πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι προσελκύονται από τις φυτικές διατροφές για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η προστασία των ζώων και η μείωση του ανθρώπινου αποτυπώματος στο κλίμα. Ωστόσο οι έρευνες για τις επιπτώσεις αυτών των διατροφών στην υγεία των παιδιών περιορίζονταν μόνο σε αξιολογήσεις για το ύψος και το βάρος και έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε παιδιά χορτοφάγους.
«Η μεγιστοποίηση της οστικής υγείας στα παιδιά συστήνεται με στόχο τη μείωση του μελλοντικού κινδύνου οστεοπόρωσης και καταγμάτων. Βρήκαμε ότι τα παιδιά της vegan διατροφής είχαν χαμηλότερη οστική μάζα, ακόμα και μετά την προσαρμογή των δεδομένων σε μικρότερο σωματικό και οστικό μέγεθος. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να μπουν στην εφηβεία με ήδη εδραιωμένη οστική έλλειψη, η οποία αν προκαλείται από μια διατροφή που συνεχίζεται και κατά την εφηβεία, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανεπιθύμητων αποτελεσμάτων στα οστά αργότερα στη ζωή», τονίζει με τη σειρά της η επίσης συγγραφέας και καθηγήτρια, Professor Mary Fewtrell.
Ωστόσο, σύμφωνα με την έρευνα τα παιδιά της vegan διατροφής είχαν κατά 25% χαμηλότερα επίπεδα της «κακής»-LDL χοληστερόλης και χαμηλότερα επίπεδα σωματικού λίπους. «Βρήκαμε ότι οι vegan είχαν υψηλότερη πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, γεγονός που υποδεικνύει έναν τύπο μη επεξεργασμένης, φυτικής διατροφής, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με χαμηλότερο σωματικό λίπος και καλύτερο προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου. Από την άλλη πλευρά, η χαμηλότερη πρόσληψη πρωτεϊνών, ασβεστίου και βιταμινών Β12 και D μπορεί να εξηγεί τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις μετάλλων στα οστά και βιταμίνης ορού», προσθέτει η Δρ. Małgorzata Desmond.












