
Το μεγαλύτερο σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στη Μεγάλη Βρετάνια με 1400 θύματα για πάνω από 30 χρόνια με τις Αρχές να σιωπούν, είδε το φως της δημοσιότητας με την κοινωνία να παγώνει από τις αποκαλύψεις.
΄Οπως έχει αποδειχθεί η Αστυνομία, οι Κοινωνικές Υπηρεσίες και οι Αρχές της μικρής πόλης Ρόδεραμ αλλά και ολόκληρου του Γιόρκσιρ της Μεγάλης Βρετανίας, δεν έκαναν τίποτα ακόμη και μετλα από συνεχείς καταγγελίες για σεξουαλική εκμετάλλευση και κακοποίηση παιδιών και εφήβων από άνδρες Πακιστανικής καταγωγής στην πόλη τους για πάνω από 30 χρόνια.
Το μεγαλύτερο σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης και κάλυψης βιαστών

Τα αποδεικτικά στοιχεία της σεξουαλικής κακοποίησης αναφέρθηκαν για πρώτη φορά, στις Αρχές την δεκαετία του 1990, όταν οι διευθυντές δομών παιδικής φροντίδας ερεύνησαν αναφορές ότι τα παιδιά, που ήταν υπό τη φροντίδα τους παραλαμβάνονταν από οδηγούς ταξί ως επί το πλείστον Πακιστανικής καταγωγής. Η Αστυνομία αδιαφόρησε. Τουλάχιστον από το 2001, πολλές αναφορές στην Αστυνομία και το Δημοτικό Συμβούλιο του Ρόδεραμ αποκάλυπταν και ονοματεπώνυμα φερόμενων δραστών- αρκετοί από μία μεγάλη οικογένεια.
Η πρώτη ομαδική καταδίκη ήρθε μόλις το 2010, όταν πέντε Πακιστανοί άνδρες (με Βρετανική υπηκοότητα λόγω Κοινοπολιτείας) καταδικάστηκαν για σεξουαλικά αδικήματα κατά κοριτσιών ηλικίας 12–16 ετών. Ο Άντριου Νόρφολκ των The Times του Λονδίνου αποκάλυψε το θέμα της κάλυψης των βιαστών από τις Αρχές , αναφέροντας το 2012 ότι η κακοποίηση στην πόλη ήταν ευρέως διαδεδομένη και ότι η Αστυνομία και το Δημοτικό Συμβούλιο το γνώριζαν για πάνω από δέκα χρόνια.
Το μοτίβο της σεξουαλικής κακοποίησης
Οδηγοί ταξί Πακιστανικής καταγωγής έπαιρναν τα παιδιά για σεξ από ιδρύματα και σχολεία, απειλώντας να βιάσουν τις μητέρες και τις μικρότερες αδερφές τους και στη συνέχεια τα διακινούσαν σε άλλες πόλεις όπου παραδίδονταν σε άλλους άντρες. Τα ανάγκαζαν σε σεξ με μέλη της συμμορίας, τα έβαζαν να παρακολουθούν βιασμούς, τα περιέλουζαν με βενζίνη και απειλούσαν να τους βάλουν φωτιά… Υπήρξαν και εγκυμοσύνες – μία μάλιστα στην ηλικία των 12 ετών!
Η αποτυχία αντιμετώπισης της κακοποίησης αποδόθηκε σε έναν συνδυασμό παραγόντων : φυλετική καταγωγή, κοινωνική τάξη και το φύλο— με περιφρονητικές και σεξιστικές συμπεριφορές προς τα θύματα, και επιθυμία να προστατευθεί η φήμη της πόλης. Κυρίως η μεγάλη ανησυχία μήπως θεωρηθούν ρατσιστικές οι ενέργειες των Αρχών.
Ο μακρύς δρόμος για την αποκάλυψη
Το 1997 το Συμβούλιο του Ρόδεραμ δημιούργησε ένα τοπικό πρόγραμμα για τη νεολαία, το Risky Business, που αφορούσε κορίτσια και γυναίκες ηλικίας 11–25 ετών που θεωρούνταν ευάλωτα σε σεξουαλική εκμετάλλευση στους δρόμους. Η Τζέιν Σίνιορ, η οποία βραβεύτηκε το 2016 για τον ρόλο της στην αποκάλυψη της κακοποίησης, άρχισε να εργάζεται για την Risky Business ως συντονίστρια γύρω στον Ιούλιο του 1999. Τα κορίτσια που ασχολήθηκαν με το πρόγραμμα αυτό ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία λευκά κορίτσια.Η Σίνιορ άρχισε να βρίσκει στοιχεία γύρω στο 2001 γι’ αυτό που φαινόταν να είναι ένα τοπικό δίκτυο αποπλάνησης ανηλίκων. Τα περισσότερα κορίτσια στο Risky Business είχαν έρθει από το Σέφιλντ, το οποίο είχε μια περιοχή με κόκκινα φώτα. ΄Ομως σιγά σιγά τα κορίτσια ήταν μικρότερα και κατάγονταν από το Ρόδεραμ. Κορίτσια μόλις 10 ετών έκαναν παρέα με παιδιά της ηλικίας τους, μέχρι εκείνα να τα κάνουν πάσα σε μεγαλύτερους άντρες που θα τα βίαζαν και θα γίνονταν τα «αγόρια» τους. Πολλά από τα κορίτσια ήταν από προβληματικές οικογένειες, αλλά όχι όλα. Τους έδιναν αλκοόλ και ναρκωτικά και στη συνέχεια τους έλεγαν ότι έπρεπε να ξεπληρώσουν το «χρέος» κάνοντας σεξ με άλλους άνδρες. Οι δράστες μάζευαν προσωπικές πληροφορίες για τα κορίτσια και τις οικογένειές τους για να τα απειλούν. ΄Ετσι, τα παιδιά πίστευαν ότι ο μόνος τρόπος για να κρατήσουν τις οικογένειές τους ασφαλείς ήταν να συνεργαστούν με τους βιαστές τους.

Η Σίνιορ συνέλεξε πολλές πληροφορίες για τους δράστες και η Αστυνομία της πρότεινε να τις προωθήσει σε ένα ηλεκτρονικό dropbox, στο δίκτυο υπολογιστών της αστυνομίας του Νότιου Γιόρκσιρ. Σύμφωνα με πληροφορίες, της είπαν ότι αυτό θα προστατεύει την ταυτότητα των πηγών της Risky Business. Έμαθε αργότερα ότι η Αστυνομία δεν είχε καν διαβάσει τις αναφορές της . Μάλιστα, το Risky Business θεωρήθηκε ως «ενοχλητικό» και έκλεισε από το Δημοτικό Συμβούλιο το 2011.
Η έκθεση Γουέιρ ανέφερε ότι τα μέλη της οικογένειας αυτής είναι υπεύθυνα για μεγάλο μέρος του βίαιου εγκλήματος και της διακίνησης ναρκωτικών στην πόλη. Η Γουέιρ παρέδωσε την έκθεσή της σε έναν επιθεωρητή της αστυνομίας του Νότιου Γιορκσάιρ, του οποίου η μόνη αντίδραση ήταν πως «είναι άχρηστη»..
Σύμφωνα με την αναφορά , ένα περιστατικό ήταν, για την Γουέιρ η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ένα θύμα αποφάσισε να υποβάλει καταγγελία στην αστυνομία. Οι δράστες είχαν σπάσει τα τζάμια του σπιτιού των γονιών της και στη συνέχεια έσπασαν τα πόδια των αδελφών της για να την εμποδίσουν να καταγγείλει τους βιασμούς. Η Γουέιρ την πήγε στο αστυνομικό τμήμα, αλλά ενώ ήταν εκεί το θύμα έλαβε ένα μήνυμα από τον δράστη που έλεγε ότι είχε μαζί του την 11χρονη αδερφή της. Αυτό έκανε το θύμα να πιστέψει ότι κάποιος είχε πει στον δράστη ότι βρισκόταν στο αστυνομικό τμήμα και αποφάσισε να μην προχωρήσει στην καταγγελία. Μετά από αυτό, η Γουέιρ έγραψε τον Οκτώβριο του 2001 στον Επικεφαλής της Αστυνομίας του Νότιου Γιόρκσιρ και την Επικεφαλής της Περιφέρειας, λέγοντας πως δεν γίνονται μηνύσεις διότι η συμπεριφορά των αστυνομικών δεν είναι η ενδεδειγμένη και οι οικογένειες δεν έχουν εμπιστοσύνη. Τόσο η τοπική Αστυνομία, ανώτεροι αξιωματικοί και αξιωματούχοι του Δημοτικού Συμβουλίου εξοργίσθηκαν που είχε απευθυνθεί στους ανωτέρους τους. Μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο άδειασαν το γραφείο της και εξαφάνισαν τους φακέλλους της έρευνάς της…
Η ώρα των Times του Λονδίνου
Ο ΄Αντριου Νόρφολκ των «Times» έγραψε για πρώτη φορά μια σύντομη ιστορία για το κύκλωμα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στην περιοχή του Γιόρκσιρ.
Ακολούθησαν και άλλες επίσημες έρευνες, καθώς πλέον τίποτε δεν μπορούσε να μείνει κρυφό. Τον Σεπτέμβριο του 2012 ο Νόρφολκ έγραψε ότι η κακοποίηση στο Ρόδερχαμ ήταν πολύ πιο ευρεία απ΄ό,τι είχε αρχικά θεωρηθεί και ότι η αστυνομία το γνώριζε για πάνω από μια δεκαετία. Το άρθρο του βασίστηκε σε 200 έγγραφα που διέρρευσαν, μερικά από την Τζέιν Σίνιορ, όπως φάκελοι υποθέσεων και επιστολές από την αστυνομία και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Τα έγγραφα περιελάμβαναν την έκθεση της Αντέλ Γουέιρ το 2001 για το Υπουργείο Εσωτερικών, η οποία συνέδεε 54 κακοποιημένα παιδιά με την οικογένεια Χουσείν.

Η ώρα της Δικαιοσύνης για τους αμετανόητους
Η αστυνομία του Γιόρκσιρ τον Αύγουστο του 2013 αποφάσισε να ξεκινήσει έρευνα. Ως αποτέλεσμα, έξι άνδρες και δύο γυναίκες δικάστηκαν στις 10 Δεκεμβρίου 2015 εκ των οποίων τέσσερις ήταν μέλη της οικογένειας Χουσείν- τρία αδέρφια και ο θείος τους, – που κατονομάζονται στην έκθεση της Αντέλ Γουέιρ το 2001. Η οικογένεια Χουσεΐν λέγεται ότι «διαφέντευε » το Ρόδεραμ. Ο Αρσίντ «Mad Ash»Χουσείν, ο αρχηγός, φυλακίστηκε για 35 χρόνια.
Τον Σεπτέμβριο 2016 άλλοι οκτώ άνδρες δικάστηκαν και καταδικάστηκαν, ανάμεσά τους κι ένας τέταρτος αδελφός Σαγκίρ Χουσεΐν που καταδικάσθηκε σε 19 χρόνια κάθειρξη για τέσσερις κατηγορίες βιασμού ενός 13χρονου κοριτσιού. Η οικογένεια του κοριτσιού είχε αναφέρει τους βιασμούς εκείνη τη στιγμή στην Αστυνομία, τον βουλευτή τους και τον Ντέιβιντ Μπλάνκετ, τον υπουργό Εσωτερικών, χωρίς αποτέλεσμα.
Η κοπέλα είπε στο δικαστήριο ότι είχε βιαστεί πολλές φορές από την ηλικία των 13, την πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2002 από εννέα άνδρες που έβγαλαν φωτογραφίες. Σε μια άλλη περίπτωση ήταν κλειδωμένη σε ένα δωμάτιο, ενώ οι άντρες είχαν παραταχθεί έξω και περίμεναν τη σειρά τους. Τον Απρίλιο του 2003, όταν ήταν 13 ετών, μίλησε στη μητέρα της, η οποία ειδοποίησε την αστυνομία. Η αστυνομία πήρε τα ρούχα της και στη συνέχεια τηλεφώνησε δύο μέρες αργότερα για να πει ότι τα είχε χάσει. Στην οικογένεια εστάλη αποζημίωση 140 λιρών για τα ρούχα και την συμβούλεψαν να εγκαταλείψει την υπόθεση.
Πηγή: protothema.gr












