
H Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, όπως αναφέρει στην εισήγησή της που δόθηκε στη δημοσιότητα το μεσημέρι της Παρασκευής μιλάει για προσέγγιση «κλιμακούμενης πρωτοβουλίας» από την πλευρά της Πολιτείας.
Από ηθική άποψη, το ζήτημα του υποχρεωτικού εμβολιασμού αφορά τη σχέση μεταξύ της αρχής της προσωπικής αυτονομίας και της προστασίας της δημόσιας υγείας ως συλλογικού αγαθού. Η προστασία της δημόσιας υγείας αντιστοιχεί, με την έννοια αυτή, σε ένα ηθικό καθήκον κοινωνικής αλληλεγγύης με υποκείμενο κάθε πρόσωπο. Ειδικά στην περίπτωση των ιατρών και νοσηλευτών, οι οποίοι έχουν επαφή με ασθενείς, η αρχή της μη-βλάβης και του καθήκοντος φροντίδας των ασθενών, που απορρέει από την ιδιότητά τους, πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπ’ όψη.
Σε αντίθεση με το παρελθόν του ιατρικού πατερναλισμού, στη σύγχρονη ιατρική ηθική, η αρχή της προσωπικής αυτονομίας έχει αποκτήσει μεγάλη βαρύτητα.
Σύμφωνα με αυτήν, καθένας δικαιούται να έχει άμεσο έλεγχο της υγείας του, αποφασίζοντας ελεύθερα για ιατρικές πράξεις που τον αφορούν.
Η ατομική αυτονομία στο πεδίο της υγείας κατά κανόνα δεν επηρεάζει τρίτα πρόσωπα, επομένως δεν τίθεται θέμα περιορισμού της. Σε εξαιρετικές περιστάσεις ωστόσο, αυτό συμβαίνει, όταν εμφανίζεται άμεσος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία, και η άσκησή της εκ μέρους κάποιου συγκρούεται με δικαιώματα τρίτων. Στις περιστάσεις αυτές, είναι ηθικά θεμιτή η επιβολή περιορισμών. Παραμένει, πάντως, ανοιχτό το ερώτημα της έκτασης των τελευταίων, όταν οι περιορισμοί σημαίνουν την επιβολή αναγκαστικών επεμβάσεων στο σώμα ενός προσώπου, (όπως π.χ. με τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς), εν όψει του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας.
Στην περίπτωση των ιατρών και νοσηλευτών, η αρχή της μη-βλάβης (κατοχυρωμένη και σε συναφείς κώδικες δεοντολογίας) δικαιολογεί εντονότερους περιορισμούς στην ατομική αυτονομία, ιδίως επειδή οι επαγγελματίες αυτοί εκούσια δεσμεύθηκαν να αποφεύγουν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους κάθε συμπεριφορά που θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στους ασθενείς τους. Η συμπεριφορά αυτή δεν πρέπει να νοείται στενά -ως βλαπτική ιατρική πράξη που διενεργείται στον ασθενή-, αλλά περιλαμβάνει εν γένει καταστάσεις που μπορεί να του προκαλέσουν κίνδυνο βλάβης, όπως π.χ. το αν ο ίδιος ο ιατρός ή νοσηλευτής/τρια είναι φορέας μεταδοτικής νόσου και έρχεται σε επαφή μαζί του.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόβλεψη του εμβολιασμού ως αναγκαίου όρου στις συγκεκριμένες επαγγελματικές κατηγορίες θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ηθικά, ιδίως διότι η επιλογή από μέρους τους της συγκεκριμένης δραστηριότητας είναι ελεύθερη και εξ ορισμού συνεπάγεται δεσμεύσεις απέναντι στον ασθενή. Υπό την έννοια αυτή, δεν πρόκειται για «καταναγκασμό», σύμφωνα με τη διευκρίνιση της υποχρεωτικότητας που προαναφέρθηκε.
Πιο συγκεκριμένα, ο εμβολιασμός έχει αποδειχθεί ότι μειώνει σημαντικά την πιθανότητα εισαγωγής στο νοσοκομείο ή βαριάς νόσησης. Επομένως, ιδίως το προσωπικό των μονάδων υγείας έχει ηθική υποχρέωση μη βλάβης και παροχής φροντίδας προς τους ασθενείς και τους επιστήμονες/εργαζόμενους που για ιατρικούς λόγους δε μπορούν να εμβολιαστούν, πέρα από το ότι η προστασία των ευάλωτων ατόμων αποτελεί ηθική προτεραιότητα όλων σε περιόδους πανδημίας.












