
Στην Ελλάδα, βάσει των στοιχείων που δημοσιεύει ο ΕΟΔΥ, την τελευταία εβδομάδα ο αριθμός των ενεργών κρουσμάτων στην επικράτεια σημείωσε περαιτέρω μικρή αύξηση. Συγχρόνως, η πίεση στο σύστημα Υγείας παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Στην Αττική με βάση τον παρατηρούμενο αριθμό ενεργών κρουσμάτων, η επιδημία έδειξε μεγαλύτερη επιβάρυνση, πιθανώς αντανακλώντας το γεγονός των λιγότερων τεστ που είχαμε δει την προηγούμενη εβδομάδα. Οι εκτιμήσεις, λοιπόν, δείχνουν μια επιβάρυνση της τάξης του 20% στα παρατηρούμενα ενεργά κρούσματα, σε σχέση με τα παρατηρούμενα ενεργά κρούσματα της προηγούμενης εβδομάδας.
Στη Θεσσαλονίκη, παρόμοια με την Αττική, ο αριθμός των ενεργών κρουσμάτων δείχνει ήπια επιβάρυνση. Ομοίως και η πίεση στις νοσηλευτικές μονάδες της Θεσσαλονίκης αυξήθηκε σημαντικά.
Οι εκτιμήσεις της επιδημικής καμπύλης και στις δύο πόλεις, ωστόσο, δείχνουν ήπιες τάσεις σταθεροποίησης, χωρίς προς το παρόν να βλέπουμε σημαντική τάση συρρίκνωσης της επιδημίας.
Το ηλικιακό προφίλ της επιδημίας παραμένει σταθερό τους τελευταίους δύο μήνες με την ομάδα των 40-65 να οδηγεί σταθερά την επιδημία και μετά ακολουθεί η ομάδα των 18-39.
Ωστόσο, είναι χαρακτηριστικό ότι την τελευταία εβδομάδα είδαμε μία σημαντική αύξηση της επίπτωσης στην ομάδα των 18 με 39, σε επίπεδο που δεν έχουμε παρατηρήσει εδώ και δύο περίπου μήνες. Κατά πόσο αυτή η αύξηση είναι τυχαίο γεγονός ή αντανακλά αύξηση της μετάδοσης σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, θα φανεί μέσα στην επόμενη εβδομάδα.
Με βάση το δείκτη θετικότητας που έχει ανακοινωθεί τις τελευταίες δύο εβδομάδες, θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι περίπου 1 στα 20 άτομα που θα αναζητήσει να κάνει το τεστ θα βγει θετικό.
Αυτό το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο εάν κάποιος εμφανίσει συμπτώματα από το αναπνευστικό, όπως συνάχι, βήχα ή πυρετό. Επίσης, είναι υψηλό στην Αττική ή τη Θεσσαλονίκη, ενώ υπάρχουν περιοχές στην Αττική, όπως ο Πειραιάς, που είναι αρκετά υψηλότερο από τις υπόλοιπες περιοχές.
Αυτό σημαίνει ότι τουλάχιστον 1 στις 5 άτυπες κοινωνικές συναντήσεις 4 ατόμων, θα οδηγήσει σε υπερμετάδοση. Η πιθανότητα, λοιπόν, να βρεθούμε σε συνάντηση όπου θα βρίσκεται θετικό κρούσμα είναι εξαιρετικά υψηλή, ενώ σε αυτή τη συνάντηση, αν δεν φοράμε μάσκα, η πιθανότητα να κολλήσουμε είναι υψηλότερη από ποτέ.
Με την έλευση της αυτοδιάγνωσης ή self-testing θα δοθεί η δυνατότητα για γρήγορο, εύκολο και σχετικά αξιόπιστο τρόπο να ελέγξουμε εάν είμαστε φορείς του ιού και με αυτό τον τρόπο να προστατεύσουμε καλύτερα την οικογένειά μας, τους γνωστούς μας, αλλά και τους συνεργάτες μας.
Η εκτέλεση των self-tests σε πανελλαδική κλίμακα και με συχνότητα μία φορά την εβδομάδα, μπορεί να συνδράμει στον περιορισμό της επιδημίας και ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, είναι ότι θα μας ενδυναμώσει ενεργητικά πια τον καθένα μας στο να συμμετέχουμε στον έλεγχο της πανδημίας.












