
Δεν είναι λίγες οι φορές που στη διάρκεια ενός αγώνα μεταξύ παιδιών, βλέπουμε έντονα φανατισμένους γονείς στις κερκίδες, οι οποίοι δεν διστάζουν να φωνάξουν, να κοροϊδέψουν ακόμα και να βρίσουν παιδιά.
Σύμφωνα με τον αθλητικό ψυχολόγο Γιάννη Ζαρώτη η εικόνα του φανατισμένου γονέα στις κερκίδες δημιουργεί τεράστια πίεση στα παιδιά που αθλούνται.
Συγκεκριμένα ο αθλητικός ψυχολόγος Γιάννης Ζαρώτης ο οποίος είναι εξοικειωμένος με την εικόνα των φανατισμένων γονιών των κερκίδων, τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με αθλητικά σωματεία πραγματοποιώντας σεμινάρια για προπονητές, αλλά και για γονείς, τον ρόλο τους, την υπερεμπλοκή τους στις δραστηριότητες των παιδιών τους, θέματα συμπεριφορών, την επίδρασή τους στην ψυχολογική κατάσταση των αθλητών κ.ά.
Όπως σημειώνει στην “Καθημερινή” ο αθλητικός ψυχολόγος, προέχουν τα σεμινάρια στους προπονητές αλλά και στους γονείς, ενώ τα σεμινάρια στους αθλητές έπονται, καθώς πρέπει πρώτα να ρυθμιστεί το περιβάλλον του εφήβου.
Όπως εξηγεί πολλοί γονείς, μολονότι στην αρχή ξεκινούν με στόχο το παιδί τους να αθληθεί, να εμπλακεί σε μια φυσική δραστηριότητα, σταδιακά ταυτίζονται με το αντικείμενο, με αποτέλεσμα να γίνουν οπαδοί του παιδιού τους. Οι συγκεκριμένοι γονείς είναι οι γνωστοί προπονητές εξέδρας των γηπέδων, μόνο που οι οδηγίες απευθύνονται στα ίδια τα παιδιά τους. Αποτέλεσμα της συγκεκριμένης νοοτροπίας είναι στην ηλικία των 12 με 13 ετών, το 70% των παιδιών να εγκαταλείπει τον αθλητισμό αφού πλέον σταματάει να διασκεδάζει λόγω της εμπλοκής των γονιών.
Η εμπλοκή των γονιών ασκεί αφόρητη πίεση και στο σπίτι. Αρκετά είναι τα παιδιά τα οποία έχουν εξομολογηθεί στον αθλητικό ψυχολόγο Γιάννη Ζαρώτη, πως μπορεί οι γονείς τους να τους λένε ότι δεν τους νοιάζει η νίκη ή η ήττα, αλλά αν δεν κερδίσουν, τις επόμενες ημέρες δεν μιλάει κανείς στο σπίτι. Το πρώτο πράγμα που εντυπώνεται σε ένα παιδί είναι η έκφραση του προσώπου του γονιού του. Εκεί θα δει τη στενοχώρια ή την απογοήτευση.
Μιλώντας στην “Καθημερινή” ένας προπονητής παιδικών τμημάτων μπάσκετ επιβεβαιώνει τον αθλητικό ψυχολόγο τονίζοντας πως αρκετοί γονείς κοουτσάρουν από την κερκίδα, με αποτέλεσμα τα παιδιά παίζουν και αντί να κοιτάνε τον προπονητή τους κοιτάνε την κερκίδα, για να καταλάβουν εάν έκαναν κάτι καλά ή όχι. Ο ίδιος έχει ζήσει απίστευτα περιστατικά, με γονείς να τσακώνονται στις κερκίδες, να κράζουν τους διαιτητές, τους αντίπαλους προπονητές.
Τι πυροδοτεί αυτές τις συμπεριφορές;
Σύμφωνα με τον κ. Ζαρώτη, πολλοί γονείς ήθελαν οι ίδιοι να πετύχουν στον αθλητισμό, δεν τα κατάφεραν και θέλουν να δουν το παιδί τους να πετυχαίνει. Ουσιαστικά βλέπουν το παιδί ως προέκτασή τους, όταν επιτυγχάνει αυτό είναι σαν να επιτυγχάνουν εκείνοι. Ζουν αναζητώντας ικανοποίηση μέσα από το άθλημα.
Ειδικότερα σε μεγαλύτερες ηλικίες οι γονείς υιοθετούν τον ρόλο του μάνατζερ με αποτέλεσμα να έχουν οι ίδιοι άποψη για το τι θα κάνει το παιδί στο μέλλον στο άθλημα. Όπως λέει, η μοριοδότηση για τις Πανελλήνιες είναι ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα των γονιών.
Ωστόσο υπάρχει και η πίεση από τους προπονητές, καθώς υπάρχουν συμπεριφορές από αρκετούς προπονητές όχι μόνο ποδοσφαίρου αλλά και άλλων αθλημάτων, που όχι μόνο δεν αρμόζουν στην ηλικία των παιδιών αλλά ούτε καν σε ανθρώπινη κατάσταση.
Ο κ. Ζαρώτης, τονίζει πως ο γονιός θα πρέπει να επιλέγει προπονητή και όχι σύλλογο, μολονότι τα δεδομένα δείχνουν ότι το βασικό κριτήριο είναι η εγγύτητα στον τόπο κατοικίας. «Το θέμα όμως είναι η εξέλιξη του παιδιού. Ψάχνουμε έναν άνθρωπο που θα αναδείξει το υγιές σκέλος της άθλησης, το ευχάριστο κομμάτι. Μην ξεχνάμε ότι ο προπονητής αποτελεί πρότυπο για τα παιδιά. Επίσης, αν ο σύλλογος κλίνει προς ένα ανταγωνιστικό προφίλ, αν προβάλλει υπέρμετρα τη νίκη και τη συμμετοχή σε πρωταθλήματα, είναι επιλογή του γονέα εάν θα συνεχίσει. Η πλειονότητα πάντως των συλλόγων τείνει προς τα εκεί».
Η σχέση με την άσκηση
Οι επιπτώσεις ποικίλλουν. Συνηθέστερα ένα τραυματικό γεγονός ή μια ήπια κακοποιητική συμπεριφορά από τον προπονητή μπορεί να οδηγήσει το παιδί να αναπτύξει αρνητική εικόνα του αθλητισμού και της άσκησης. “Ο τρόπος που θα διαπραγματευθούμε με τον αθλητισμό στην παιδική ηλικία ορίζει τη μετέπειτα σχέση του ατόμου με την άσκηση. Είναι σημαντικό να προλάβουμε τα γεγονότα, γιατί είναι δύσκολο να αναστραφεί η κατάσταση. Αν δούμε ότι δημιουργείται θέμα στην αυτοεκτίμηση του παιδιού, τότε η πρώτη κίνηση μπορεί να είναι μια κατ’ ίδίαν συνομιλία με τον προπονητή. Αν δεν αλλάξει κάτι, θα πρέπει να αναζητηθεί συνεργάσιμος προπονητής”.
Τέλος, ας σημειωθεί, ότι όπως λέει και ο έμπειρος προπονητής παιδικών τμημάτων, σε μικρό ποσοστό τα παιδιά που διακρίνονται σε μικρή ηλικία γίνονται τελικά αθλητές υψηλού επιπέδου. «Πολλοί αφοσιώνονται στα μαθήματα ή δεν αντέχουν την πίεση. Αντίστοιχα, κάλλιστα ένα παιδί που στα 14 δεν είναι ιδιαίτερα καλός, να εξελιχθεί σε τεράστιο αθλητή».
Περιστατικά βίας καταγράφονται και στα σχολικά πρωταθλήματα
Δεν είναι τυχαίο ότι περιστατικά βίας καταγράφονται πλέον και στα σχολικά πρωταθλήματα. Τα φαινόμενα είχαν εμφανιστεί στην Αγγλία ήδη πριν από μία δεκαετία. Το 2016, μόνο κατά τη διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου με παιδικούς και εφηβικούς αγώνες στην κομητεία του Σάρεϊ, ένας γονιός είχε απειλήσει να μαχαιρώσει διαιτητή, άλλος κουτούλησε εθελοντή βοηθό διαιτητή και κάποιοι νεαροί ποδοσφαιριστές, με την ενθάρρυνση των προπονητών τους, απείλησαν να καταστρέψουν τα αποδυτήρια ενός γηπέδου. Η βία από γονείς και φίλους σε παιδικά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου στην Αγγλία έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε κάποιος μπορεί σύντομα να σκοτωθεί, προειδοποιούσαν οι διοργανωτές.
«Η βία βαίνει αυξανόμενη τα τελευταία πέντε χρόνια», σχολιάζει ο κ. Ζαρώτης. «Δυστυχώς, η πρόβλεψη για το τι θα ακολουθήσει δεν είναι πολύ θετική. Τα πράγματα θα γίνουν αρκετά χειρότερα. Το φαινόμενο είναι πολυσύνθετο, με οικονομικές και κοινωνικές παραμέτρους, ακόμη και τον ρόλο των video games, ωστόσο στο εξωτερικό –όπως στην Αγγλία– εξελίσσεται πολύ αρνητικά, με δολοφονίες από συμμορίες παιδιών 16-17 ετών. Η τάση θα φθάσει και στην Ελλάδα.
Σε διαδικτυακή ημερίδα με θέμα την αντιμετώπιση της βίας στον παιδικό αθλητισμό του Κέντρου Κοινωνικής Δράσης και Καινοτομίας, η υπεύθυνη προγραμμάτων Παιδικής Προστασίας του Γραφείου της UNICEF στην Ελλάδα είχε μιλήσει για τη σημαντική ευθύνη που έχουν οι αθλητικοί οργανισμοί όσον αφορά την υιοθέτηση διαδικασιών προστασίας παιδιών, αναφέροντας ενδεικτικά ότι θα πρέπει να υπάρχουν κριτήρια πρόσληψης προπονητών και προπονητριών, να υιοθετούνται κώδικες δεοντολογίας που να δεσμεύουν το προσωπικό των συλλόγων, να υπάρχει εκπαίδευση του προσωπικού κ.ά.
Πηγή: Καθημερινή












