
Το 1998 δυο ψυχολόγοι η Carol Dweck και η Claudia Mueller διεξήγαγαν μια αρκετά γνωστή πλέον μελέτη σε παιδιά 10 και 11 ετών. Στα 128 παιδιά που συμμετείχαν ζητήθηκε να λύσουν μια σειρά από μαθηματικά προβλήματα και όταν ολοκλήρωσαν τις πρώτες απλές ασκήσεις, οι ψυχολόγοι τα επαίνεσαν με μια και μόνο πρόταση.
Κάποια παιδιά άκουσαν μπράβο για την ευφυϊα τους: “Τα πήγες πολύ καλά, είσαι πολύ έξυπνος” και κάποια άλλα για τη σκληρή δουλειά τους: “Τα πήγες πολύ καλά, πρέπει να προσπάθησες σκληρά”.
Μετά τους ζητήθηκε να επιλύσουν μια σειρά από πιο απαιτητικά προβλήματα. Η αλλαγή στην επίδοσή τους ήταν εντυπωσιακή. Όσα παιδιά τα είχαν επαινέσει για την προσπάθειά τους όχι μόνο έδειξαν μεγαλύτερη προθυμία να επιλύσουν το πρόβλημα με διάφορες προσεγγίσεις, αλλά έδειξαν μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα και κυρίως απέδωσαν την αποτυχία τους στην ανεπαρκή προσπάθεια, όχι στην έλλειψη ευφυίας.
Τα παιδιά που είχαν ακούσει μπράβο για την εξυπνάδα τους είχαν την τάση να επιλέγουν ασκήσεις που επιβεβαίωναν τις προηγούμενες επιδόσεις τους και έδειχναν μικρότερη επιμονή όταν τα προβλήματα δυσκόλευαν. Η ικανοποίηση της φράσης “είσαι τόσο έξυπνος” μεταλλάχθηκε σε αυξημένο άγχος και μειωμένη αυτοεκτίμηση, αποφασιστικότητα και επίδοση.
Η έρευνα όμως δεν σταμάτησε εκεί.
Όταν οι ερευνήτριες ζήτησαν από τους μαθητές να γράψουν στα παιδιά ενός άλλου σχολείου και να τους διηγηθούν την εμπειρία τους, μερικοί από εκείνους που είχαν επαινεθεί ως “έξυπνοι” είπαν ψέματα, αναφέροντας υψηλότερες βαθμολογίες από τις πραγματικές. Ένας απλός λεκτικός έπαινος αποδείχτηκε αρκετός για να κλονίσει την αυτοπεποίθηση αυτών των παιδιών για να φτάσουν στο σημείο να πουν ψέματα.
“Μα είναι κακό να επαινούμε τα παιδιά μας; ” θα ρωτήσουν οι γονείς.
Φυσικά και δεν είναι αλλά το να επιμένουν οι γονείς τόσο πολύ να τα επαινούνε ίσως και να είναι μια προσπάθεια να δείξουν πως διαφέρουν από τους γονείς τους. Η έκφραση θαυμασμού προς τα παιδιά μπορεί να τονώνει προσωρινά και τη δική τους αυτοεκτίμηση, δείχνοντας στους γύρω τους ότι είναι καλοί γονείς και τα παιδιά τους υπέροχα, σίγουρα όμως δε βελτιώνει ακριβώς την αίσθηση που έχει ένα παιδί για τον εαυτό του.
Οι άνθρωποι προσπαθούμε σκληρά να διαφέρουμε από τους γονείς μας και καταλήγουμε να επαναλαμβάνουμε τα λάθη τους, μοιράζοντας απλόχερα κούφιους επαίνους όπως η προηγούμενη γενιά μοίραζε με ευκολία απερίσκεπτες και απαράδεκτες επικρίσεις. Οι έπαινοι, όπως και οι επικρίσεις, εκφράζουν τελικά την αδιαφορία μας, αν το κίνητρό μας είναι να αποφύγουμε να σκεφτούμε τα παιδιά, τον κόσμο τους και τα συναισθήματά τους.
Τότε τι ενισχύει την αυτοπεποίθηση ενός παιδιού αν όχι ο έπαινος;
Είναι πιο ουσιαστικό να επαινούμε ένα παιδί όταν κάνει κάτι πραγματικά δύσκολο, όπως το να μοιραστεί ένα παιχνίδι του ή να επιδείξει υπομονή. Είναι σημαντικό να λέμε στα παιδιά ευχαριστώ, να τους επαινούμε για τη συμπεριφορά τους.
Σε τι βοηθάει ο έπαινος επειδή κάνει αυτό που οφείλει να μπορεί να κάνει; Γιατί να επαινούμε ένα παιδί όταν διαβάζει ή όταν παίζει;
Βοηθάει περισσότερο όταν επικεντρωνόμαστε στο τι κάνει και στο πώς το κάνει. Αυτό θα το καταφέρουμε με το να είμαστε παρόντες. Το να είναι κανείς παρών ενισχύει την αυτοπεποίθηση του παιδιού, γιατί του επιτρέπει να αντιληφθεί ότι είναι άξιο να το σκέφτονται. Διαφορετικά ένα παιδί μπορεί να πιστέψει ότι η δραστηριότητά του δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά απλώς ως ένα μέσο για να κερδίζει επαίνους. Αν δεν υπάρχει προσοχή και ενδιαφέρον στο παιδί και σε αυτό που κάνει, πώς μπορεί ένας γονιός να περιμένει και να απαιτεί να δείξει εκείνο;
Το να είμαστε παρόντες, είτε με τα παιδιά, είτε με τους φίλους μας είτε με τον ίδιο μας τον εαυτό, απαιτεί πάντοτε σκληρή δουλειά. Αυτή η προσοχή, το ενδιαφέρον, το αίσθημα ότι κάποιος προσπαθεί να μας ακούσει και να μας δει δεν είναι κάτι που όλοι μας επιθυμούμε περισσότερο και από τον έπαινο;
Νάσια Ευθυμιοπούλου, Ψυχολόγος και Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt
Share This Post












