
Ο Μίκης Θεοδωράκης γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1925 στη Χίο από κρητικό πατέρα και μικρασιάτισσα μητέρα. Τα παιδικά του χρόνια ο Μίκης Θεοδωράκης τα πέρασε σε διάφορες πόλεις της ελληνικής επαρχίας όπως τη Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, το Αργοστόλι, το Πύργο Ηλείας, τη Πάτρα και κυρίως στην Τρίπολη Αρκαδίας, λόγω των συχνών μεταθέσεων του δημοσίου υπαλλήλου πατέρα του.

Πώς πρέπει να ζήσουμε τα μετρημένα χρόνια μας; Πρέπει να τα γευτείς, να τα εξαντλήσεις. Πρέπει με τα μάτια να δεις ό,τι υπάρχει, με το στόμα σου να φας ό,τι υπάρχει, με τα χέρια να ψάξεις ό,τι υπάρχει, έλεγε σε συνέντευξή του ο Μίκης Θεοδωράκης.
Σε ηλικία 17 ετών στην Τρίπολη δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του Κασσιανή και παίρνει μέρος στην αντίσταση κατά των κατακτητών.
Συλλαμβάνεται για πρώτη φορά από τους Ιταλούς και βασανίζεται. Διαφεύγει στην Αθήνα, όπου οργανώνεται στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ) και εκτελεί χρέη διαφωτιστή στον Πέμπτο Τομέα της ΕΠΟΝ, ενώ αγωνίζεται και σαν διμοιρίτης Μεταξωτής διμοιρίας του 1ου τάγματος της Νέας Σμύρνης κατά τα Δεκεμβριανά. Συγχρόνως σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με καθηγητή τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη.
Μετά τα Δεκεμβριανά, καταδιώκεται από τις αστυνομικές αρχές. Για ένα διάστημα ζει παράνομα στην Αθήνα. Συλλαμβάνεται στις μαζικές συλλήψεις στις 9/10 Ιουλίου 1947, και κατόπιν στέλνεται εξόριστος με σχετική ελευθερία κινήσεων στην Ικαρία όπου είναι ο κομματικός υπεύθυνος του χωριού στην εξορία.
Από εκεί θα προσπαθήσει ανεπιτυχώς να αποδράσει με τους άλλους εξόριστους υπό τον κομματικό υπεύθυνο ενός άλλου χωριού τον Βασίλη Ζάννο. Με τη γενικευμένη αμνηστία που δίνει η κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη επιστρέφει στην Αθήνα και περνάει στην παρανομία σε διάφορες ομάδες ένοπλης δράσης μαζί με τον Βασίλη Ζάννο. Συμμετέχει στην ομάδα του ΕΠΟΝίτη Παύλου Παπαμερκουρίου, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε. Μάλιστα η εκτέλεση του ενέπνευσε στον Μίκη Θεοδωράκη «Το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού».
Ο ίδιος άρρωστος με πλευρίτιδα βρίσκεται στο σπίτι του στην Νέα Σμύρνη όπου και συλλαμβάνεται από την τοπική αστυνομία. Τον στέλνουν και πάλι εξόριστο στην Ικαρία αυτή τη φορά σε συνθήκες πειθαρχηµένης διαβίωσης για λίγους μήνες, όπου γράφει το έργο «Ελεγείο και θρήνος στον Βασίλη Ζάννο» στη μνήμη του Βασίλη Ζάννου που εκτελέστηκε το 1948. Έπειτα στέλνεται στο στρατόπεδο της Μακρονήσου όπου βασανίζεται μέχρι παράλυσης. Παρά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είναι αναγκασμένος να ζήσει, συνεχίζει να συνθέτει έργα συμφωνικά και μουσικής δωματίου. Ακούει τα ρεμπέτικα από συνεξόριστους και αρχίζει να μελετά τη λαϊκή μουσική. Ο πατέρας του κατορθώνει να τον σώσει καθώς απελευθερώνεται ως ανάπηρος.
Στα τέλη του 1949 στέλνεται στα Χανιά όπου και αναρρώνει. Το 1950 όμως επιστρέφει στην Αθήνα από όπου αποφοιτά από το Ωδείο με δίπλωμα στην αρμονία. Ύστερα υπηρετεί το υπόλοιπο της θητείας σε Αλεξανδρούπολη, Αθήνα και Χανιά. Απελπισμένος από τις συνεχείς προκλήσεις και στο στρατό, αποπειράται να αυτοκτονήσει καταπίνοντας μπαρούτι. Σώζεται στο Νοσοκομείο της πόλης και μεταφέρεται στην συνέχεια στο 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Και πάλι, ο πατέρας του σπεύδει, να τον βοηθήσει..
Το 1951 απολύεται οριστικά από τον στρατό και τρία χρόνια μετά μεταναστεύει με κρατική υποτροφία στο Παρίσι όπου εγγράφεται στο Conservatoire και σπουδάζει με τον Ολιβιέ Μεσιάν, για σύντομο χρονικό διάστημα, μουσική ανάλυση, καθώς επίσης και διεύθυνση ορχήστρας με τον Eugene Bigot. Συνθέτει μουσική για το μπαλέτο της Ludmila Tcherina, το Κόβεντ Γκάρντεν, το Μπαλέτο της Στουτγκάρδης και επίσης για τον κινηματογράφο. Το 1957 του απονέμεται το πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ της Μόσχας από τον Σοστακόβιτς για το έργο του Suite No 1 για πιάνο και ορχήστρα. Συγχρόνως συνθέτει πολλά έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου.

Το 1960 επιστρέφει στην Ελλάδα. Το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους ηχογραφείται για πρώτη φορά ο Επιτάφιος, που ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο για το ελληνικό τραγούδι, όχι μόνο γιατί σηματοδοτεί μία ουσιαστική αλλαγή στη μουσική φόρμα, αλλά γιατί παντρεύει τη σύγχρονη λαϊκή μουσική με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Η πρώτη εκδοχή του Επιτάφιου του Γιάννη Ρίτσου ηχογραφήθηκε από τη Νάνα Μούσχουρη σε ενορχήστρωση και διεύθυνση ορχήστρας Μάνου Χατζιδάκι.
Το 1963 μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη ιδρύεται η «Νεολαία Λαμπράκη», της οποίας εκλέγεται πρόεδρος. Την ίδια εποχή εκλέγεται βουλευτής της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και το 1964 αποκτά διεθνή αναγνώριση με τη σύνθεση της μουσικής για την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, «Αλέξης Ζορμπάς».
Την 21η Απριλίου του 1967 περνάει στην παρανομία και απευθύνει την πρώτη έκκληση για αντίσταση κατά της Δικτατορίας στις 23 Απριλίου. Τον Μάιο του 1967 ιδρύει μαζί με άλλους την πρώτη αντιστασιακή οργάνωση κατά της Δικτατορίας, το Πατριωτικό Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) και εκλέγεται πρόεδρός του.

Συλλαμβάνεται τον Αύγουστο του 1967. Ακολουθεί η φυλάκισή του στην οδό Μπουμπουλίνας, η απομόνωση, οι φυλακές Αβέρωφ, η μεγάλη απεργία πείνας, το νοσοκομείο, η αποφυλάκιση και ο κατ’ οίκον περιορισμός, η εκτόπιση με την οικογένειά του στη Ζάτουνα Αρκαδίας, και τέλος το στρατόπεδο Ωρωπού. Πολλά από τα καινούργια έργα του καταφέρνει με διάφορους τρόπους να τα μεταβιβάσει στο εξωτερικό, όπου τραγουδιούνται από τη Μαρία Φαραντούρη και τη Μελίνα Μερκούρη.
Στον Ωρωπό η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Στο εξωτερικό ξεσηκώνεται θύελλα διαμαρτυριών. Προσωπικότητες, όπως οι Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Άρθουρ Μίλερ, Λώρενς Ολίβιε, Υβ Μοντάν και άλλοι, δημιουργούν επιτροπές για την απελευθέρωσή του. Τελικά, υπό την πίεση αυτή αποφυλακίζεται και ταξιδεύει στο Παρίσι τον Απρίλιο του 1970. Στο εξωτερικό απευθύνει νέο κάλεσμα για την πτώση της δικτατορίας και την επαναφορά της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.
Το 1974 με την πτώση της Δικτατορίας γυρίζει στην Ελλάδα.
Το 1983 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν για τη συνδρομή του στην ενίσχυση της ειρήνης μεταξύ των λαών.
Σημαντική ήταν και η πολιτική παρουσία του, καθώς διατέλεσε υπουργός και τέσσερις φορές εκλεγμένος βουλευτής με το ΚΚΕ και τη ΝΔ. Το 2000 ήταν υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.
![]()
Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει γράψει όλα τα είδη μουσικής, από όπερες, συμφωνική μουσική, μουσική δωματίου, ορατόρια, μπαλέτα και χορωδιακή εκκλησιαστική, έως μουσική για αρχαίο δράμα, θέατρο, κινηματογράφο, έντεχνο λαϊκό τραγούδι και μετασυμφωνικά έργα.
Το έργο του μπορεί να διακριθεί σε τρεις κύριες περιόδους:
Στην πρώτη περίοδο (1937-1960) συνθέτει έργα συμφωνικά και μουσικής δωματίου σύμφωνα με δυτικοευρωπαϊκές μορφές και σύγχρονες τ:εχνικές, στη δεύτερη περίοδο (1960-1980) επιχειρεί σύζευξη της συμφωνικής ορχήστρας με λαϊκά όργανα και δημιουργεί νέες φόρμες με βάση τη φωνή, ενώ από το 1981 επιστρέφει στις συμφωνικές μορφές και ασχολείται με την όπερα.
Ο Μίκης Θεοδωράκης έχει ασχοληθεί με όλα τα είδη μουσικής, αλλά το πλέον σημαντικό έργο του θεωρείται η μελοποιημένη ποίηση έργων του Γιάννη Ρίτσου, του Γιώργου Σεφέρη, του Οδυσσέα Ελύτη και του Πάμπλο Νερούδα. Συνθέσεις του έχουν ερμηνεύσει καλλιτέχνες παγκοσμίου φήμης όπως η Σίρλεϊ Μπάσεϊ και η Εντίθ Πιάφ.













