Αγάπα, παιδί μου, το βιβλίο

Όταν ήμουν οκτώ χρονών το μακρινό 1975, έπαθα πνευμονία στα μέσα της σχολικής χρονιάς κι έμεινα σπίτι, αν θυμάμαι καλά, δύο ολόκληρους μήνες. Σ’ αυτούς τους δύο μήνες, η μοναδική μου παρέα, καθότι μοναχοπαίδι με δύο εργαζόμενους γονείς, και με δεδομένο πως έπρεπε να κάθομαι ήσυχα στο κρεββάτι μου και να παίρνω αγόγγυστα την πενικιλίνη μου, ήταν τα βιβλία. Εντάξει, υπήρχε και το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι» καθώς και οι «Γουόλτονς», αλλά μιλάμε για δύο ώρες την εβδομάδα σε ασπρόμαυρη τηλεόραση. Κάπως έπρεπε να γεμίσουν όλες οι υπόλοιπες που ήσαν βασανιστικά πολλές και αργόσυρτες. Στρώθηκα, λοιπόν στο διάβασμα.

Διάβασα τα άπαντα της Πηνελόπης Δέλτα (πλην των Μυστικών του Βάλτου που μου φάνηκε πολύ βαρετό και το παράτησα στην μέση), όλες τις Πολυάννες, τις περιπέτειες του Τομ Σώγιερ (τεράστιο παιδικό κρας), την  «Καλύβα του Μπαρμπα Θωμά», την «Μαίρη Πόππινς», τον  «Ολιβερ Τουίστ» (πολύ κλάμμα), τον «Δαυίδ  Κόπερφιλντ», τον Κόμη Μοντεχρήστο (η καλύτερη ιστορία εκδίκησης που γράφτηκε ποτέ) και όλες τις σειρές της Ένιντ Μπλάιτον. Διάβαζα, δε, με τέτοια μανία και ταχύτητα, με τη μύτη κολλημένη στο χαρτί που μύριζε θεικά, καθότι μύωψ, που στο τέλος, αφού εξάντλησα ό,τι υπήρχε στην παιδική μου βιβλιοθήκη και ό,τι μου έφερναν κάθε Παρασκευή οι γονείς μου από του Ελευθερουδάκη, καθώς και «Κλασσικά Εικονογραφημένα» από το περίπτερο, έπεσα με τα μούτρα στα βιβλία του μπαμπά μου. Δεν υπήρχαν βιβλία «κατάλληλα για ανηλίκους» στην οικογενειακή βιβλιοθήκη, υπήρχε, όμως η εγκυκλοπαίδεια «Δομή» (στην προ google search εποχή), με πολλά ενδιαφέροντα λήμματα και ωραίες έγχρωμες εικόνες. Υπήρχε το περιοδικό «Ιστορία» το οποίο αγόραζε συστηματικά ο μπαμπάς μου και αρχειοθετούσε με ευλάβεια, το οποίο δεν καταλάβαινα, όμως μέσα στις σελίδες του πήρα  μια πρώτη μυρωδιά για τα φοβερά και τρομερά που είχαν συμβεί και συνέβαιναν στον κόσμο μας. Yπήρχαν τα άπαντα του Νίκου Καζαντζάκη (μεγάλος φαν ο πατέρας μου), τον οποίον ποτέ δεν αγάπησα ως συγγραφέα, τον αγαπώ όμως ως σημείο αναφοράς για τον μπαμπά μου, τα κατασκοπικά του Ζεράρ ντε Βιλιέ τα οποία καταβρόχθισα αργότερα στην εφηβεία μου, τα αστυνομικά του Ελλερυ Κουήν, μία σειρά από Self Help βιβλία που ο πρωτοπόρος πατέρας μου είχε κουβαλήσει από την Αμερική πολύ πριν γίνουν μόδα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, τα άπαντα των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων από τις εμβληματικές εκδόσεις «Ζαχαρόπουλος», και πολλά άλλα, μια ενδιαφέρουσα συνύπαρξη ετερόκλητων μεταξύ τους αναγνωσμάτων, στοιβαγμένα στα ράφια της βιβλιοθήκης μας, που αποδείχτηκαν για μένα χρήσιμη και συναρπαστική περιπέτεια σε βάθος χρόνου.

Καθώς δεν είχα αδέλφια, δεν μου άρεσε ο αθλητισμός και ως παιδί ήμουν μάλλον ντροπαλή, τα βιβλία ήταν το απόλυτο καταφύγιό μου, η παρέα μου, οι φίλοι μου, το χόμπι μου. Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα σπίτι που στα ράφια της βιβλιοθήκης μας υπήρχαν αληθινά βιβλία και όχι (μόνον) φωτογραφίες και διακοσμητικά.  Και είχα την τύχη οι γονείς  μου να επιβραβεύουν την φιλαναγνωσία μου αγοράζοντάς μου ακόμη περισσότερα βιβλία.  Το έκαναν αυτοί σε μένα, το έκανα εγώ στα παιδιά μου.  Τα παιδιά είναι μιμητικά όντα. Αντιγράφουν και επαναλαμβάνουν συμπεριφορές, ξεκινώντας από τις συμπεριφορές που βλέπουν στο σπίτι τους.  Μυήστε τα από νωρίς στην χαρά της φιλαναγνωσίας. Αγοράστε, δανειστείτε, ανταλλάξτε και κυρίως διαβάστε βιβλία. Κατεβάστε τα στο τάμπλετ αν βαριέστε να τα κουβαλάτε ή αν δεν χωράνε στο σπίτι σας.  Μην περιμένετε από τα παιδιά να αγαπήσουν το βιβλίο αν δεν το αγαπήσετε πρώτα εσείς. Κάντε στα παιδιά σας ένα δώρο που θα κρατήσει για όλη τους την ζωή και για το οποίο θα σας ευγνωμονούν όταν μεγαλώσουν.  Βοηθήστε τα να γίνουν Αναγνώστες.

mamma mia

Διαβάστε επίσης

Λέμε Οχι στο Bullying

Οι “πράσινοι” ιδρύουν τμήμα μπάσκετ για παιδιά με αυτισμό

Γράψτε το σχόλιο σας